Πέμπτη, Δεκεμβρίου 30

Ανεξέλεγκτη η λαθρομετανάστευση στον Έβρο

Αγανάκτηση, ανησυχία και έντονο προβληματισμό έχει αρχίσει να προκαλεί στους κατοίκους των παραμεθόριων περιοχών του νομού Έβρου η αθρόα και ανεξέλεγκτη είσοδος εκατοντάδων χιλιάδων λαθρομεταναστών με την βοήθεια της Τουρκίας και τη διακριτική ανοχή της frontex, έτσι καραβάνια ολόκληρα γεμίζουν τις ανηφοριές των βουνών της Θράκης και τα υγρά χωμάτινα μονοπάτια των δρόμων του Έβρου σε μια πορεία προς το εσωτερικό της χώρας και τα λιμάνια που οδηγούν στην Ιταλία.
Οι διαστάσεις του προβλήματος γίνονται ακόμα πιο εμφανείς, αν στον αριθμό αυτό προστεθούν και τα εκατοντάδες ανήλικα παιδιά που περνούν από την Τουρκία στην Ελλάδα ασυνόδευτα.
Αν τα ασυνόδευτα παιδιά δεν επανενωθούν με τους δικούς τους, έπειτα από τις απαιτούμενες ενέργειες, φιλοξενούνται αρχικά στα κέντρα υποδοχής Προσφύγων στον Έβρο και στην συνέχεια προωθούνται σε ιδρύματα της χώρας που δέχονται παιδιά!
Εκείνο όμως που προκαλεί μεγάλη απορία είναι η ανοχή και η αδράνεια της κυβέρνησης απέναντι στα προβλήματα που δημιουργεί η λαθρομετανάστευση.
Πρόσφατα, οι πρωτοφανούς αγριότητας συμπλοκές που σημειώθηκαν στην Πάτρα μεταξύ ομάδων λαθρομεταναστών για την «κυριαρχία» στο λιμάνι όχι μόνο δεν προβλημάτισαν αλλά πολλοί, ειδικά οι υπεύθυνοι, προσπάθησαν να κουκουλώσουν τα επεισόδια που μετέτρεψαν σε πεδίο μάχης την παραλιακή της Πάτρας.
Κάτοικοι των περιοχών που πλήττονται από τη λαθρομετανάστευση αναρωτιούνται για το πως θα αποφευχθεί παρόμοιο φαινόμενο στο μέλλον, ειδικά στην περίπτωση που όλοι όσοι έρχονται στη χώρα μας βρεθούν κάποια στιγμή χωρίς χρήματα και εργασία. Το φαινόμενο, αν η χώρα μας θέλει να διαφυλάξει την εσωτερική ασφάλεια, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί άμεσα με δραστικά μέτρα, γιατί στην ουσία ο μεγάλος όγκος των λαθρομεταναστών είναι ένας ξένος στρατός στα μετόπισθεν με ότι αυτό συνεπάγεται για το δημογραφικό και γεωπολιτικό μέλλον της χώρας .

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29

Στα ύψη η βενζίνη εξαιτίας των φόρων

O κρύος χειμώνας και η πρόσφατη απόφαση του opec να διατηρηθούν τα σημερινά επίπεδα παραγωγής πετρελαίου για ολόκληρο το 2011 ανεβάζουν την τρέχουσα διεθνή τιμή του στα $91.36 με αποτέλεσμα να ακριβαίνει και στη ντόπια αγορά η τιμή λιανικής.
Η χώρας μας την τρέχουσα περίοδο έχει την πιο ακριβή βενζίνη στην Ευρώπη, όχι εξαιτίας των διεθνών τιμών αλλά εξαιτίας των πρόσθετων υπέρογκων φόρων που επέβαλε τον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση Παπανδρέου.
Σε σχέση με την περσινή χρονιά ο επιπλέον φόρος είναι περίπου 0.60 ευρώ. Για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο των ακριβών καυσίμων εν μέσω κρίσης που κατά γενική ομολογία 'γονατίζει' την οικονομία χρειάζεται άμεση μείωση των φόρων στα καύσιμα και όχι ενοχοποίηση όλων των πρατηριούχων ότι κλέβουν τους καταναλωτές με ελλειμματικές παραδόσεις.
Σύμφωνα με τους πρατηριούχους η μείωση της κατανάλωσης σε σχέση με την περυσινή χρόνια σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά το 50%.
Όλα δείχνουν ότι η απώλεια δημοσίων εσόδων εξαιτίας της μείωσης της κατανάλωσης και της ακριβής, εξαιτίας των φόρων, βενζίνης είναι τεράστια

Κυριακή, Δεκεμβρίου 26

Η οικονομία του μέλλοντος είναι το τίποτα.

Με την κοινωνική και οικονομική πτώχευση να είναι προ των πυλών και την διακυβέρνηση της χώρας να την έχουν αναλάβει κατά γενική διαπίστωση με μεταβίβαση της κυριαρχίας μη εκλεγμένα όργανα υπερεθνικών κέντρων το “καθεστώς του μνημονίου” στην Ελλάδα προσπαθεί να διατηρηθεί στη θέση του με επικοινωνιακά ψέματα και αποσυνδεδεμένοι από την πραγματικότητα. Η ψήφιση του προϋπολογισμού λιτότητας και oι εσωτερικές εξελίξεις φανερώνουν ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει πλέον είναι να συνεχίσουν να διαχειρίζονται τα προνόμια τους .
Την ίδια ώρα όλα δείχνουν ότι το διεθνές χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα οδηγεί την κατάσταση στα άκρα με δημιουργία καταστάσεων που ευνοούν, σε διεθνές επίπεδο, την νομισματική σύγκρουση και τις τραπεζικές κρίσεις, εξελίξεις, οι οποίες θα επεκτείνουν το κλίμα αβεβαιότητας και θα επηρεάσουν σημαντικά όλους τους τομείς της οικονομίας και όχι μόνο.
Mε άλλα λόγια οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου το διεθνές χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα θα δημιουργεί χρήματα για μια μικρή ελίτ χωρίς τη δημιουργία πλούτου για τους πολλούς, γεγονός που εκ των πραγμάτων κατασκευάζει μια νέα μορφή διακυβέρνησης.
Το γεγονός ότι η στρατηγική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού και νομισματικού συστήματος στοχεύει σε συνέχιση της αβεβαιότητας αποδεικνύεται με σαφή τρόπο στην περίπτωση της Ελλάδας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις προαναγγελθείσες υποβαθμίσεις των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες αν τα πράγματα εξελιχθούν έτσι θα βρεθούν, όπως και τα κρατικά ομόλογα, στην κατηγορία «junk» με ότι αυτό συνεπάγεται ενόψει μάλιστα και των ευρωπαϊκών stress test του Φεβρουαρίου. Σε μια τέτοια εξέλιξη το πιο πιθανό σενάριο είναι να χρειαστεί κάποιο πρόσθετο πακέτο στήριξης από την ΕΚΤ και το ΔΝΤ για τη διάσωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, πακέτο το oποίο όπως με τα προηγούμενα θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους με πρόσθετα μέτρα.
Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, αλλά και γενικότερα η αδυναμία της χώρας να δημιουργήσει συνθήκες ανάκαμψης μέσα από τις θεσμικές και οργανωτικές αλλαγές που επιχειρεί η « ομάδα Παπανδρέου» δείχνουν ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας διαδικασίας μέσω της οποίας η Ελλάδα θα οδηγηθεί σε σημείο να μην μπορεί όχι μόνο να εξυπηρετήσει τα χρέη της αλλά θα φτάσει σε σημείο να μην υπάρχει η δυνατότητα να λειτουργήσει κανένας τομέας της οικονομίας, δλδη θα καταρρεύσει το σύνολο του οικονομικού συστήματος από έλλειψη ρευστότητας.
Για τους λόγους αυτούς, νομίζω ότι, η ελληνική κρίση έχει πάψει να είναι ένα πολιτικό πρόβλημα ή οικονομικό ζήτημα, οι εξελίξεις αφορούν το σύνολο της κοινωνίας και συνεπώς η ευθύνη για το μέλλον της χώρας δεν μπορεί να αφεθεί σε αυτούς που επιδεικτικά αγνοούν τις κοινωνικές εξελίξεις για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε που πάνε τα πράγματα δεν έχουμε παρά να δούμε τι συμβαίνει στο χώρο της εργασίας, πόσες θέσεις εργασίας χαθήκαν μέσα στο χρόνο που φεύγει και πόσες δημιουργηθήκαν; ή πιστεύει κάποιος ότι τα πράγματα θα είναι καλυτέρα το 2011 με αυξήσεις στο φπα, κερδοσκοπία σε βασικά αγαθά, ανεργία και άλλες παρόμοιες καταστάσεις που θα επιδεινώσουν την κρίση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 24

Η οδύσσεια του επιδόματος των 176 ευρώ και τα όρια της διακριτικής ευχέρειας


Με το νόμο 3016/2002 η τότε κυβέρνηση είχε δώσει με τη μορφή ειδικής παροχής επίδομα 176 ευρώ σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Στη συνέχεια, οι εκπαιδευτικοί, αλλά και άλλες κατηγόριες εργαζομένων που δεν περιλαμβάνονταν στη ρύθμιση προέβησαν σε ομαδικές αγωγές κατά του δημοσίου για τη μη καταβολή του επιδόματος και δικαιώθηκαν. Ο Άρειος Πάγος απορρίπτοντας αιτήσεις αναίρεσης έκρινε ότι ορθώς τα δικαστήρια είχαν κάνει δεκτές τις αγωγές των εργαζομένων με το σκεπτικό ότι όλοι οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δικαιούνται το επίδομα των 176 ευρώ ως ειδική παροχή κατ΄ εφαρμογή της αρχής της ισότητας. [Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι λαμβάνουν και ειδική πάγια μηνιαία αποζημίωση 185 ευρώ του ν. 2470/97]. Η κυβέρνηση του πασοκ πριν το 2004, αλλά και η ΝΔ στη συνέχεια ενσωμάτωσαν στο μισθό ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων ένα ποσό τμηματικά, χωρίς να δοθεί αναδρομικά και χωρίς να διευκρινίσουν αν το ποσό αυτό είναι το επίδομα των 176 ευρώ. Το ΠΑΣΟΚ πριν τις εκλογές του 2004 κατέβαλε στους εκπαιδευτικούς 75 ευρώ, 6 δόσεις χ 17 ευρώ έδωσε ως έκτακτο επίδομα η ΝΔ μετά τις μεγάλες κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών, την ώρα που άλλες κατηγορίες εργαζομένων έλαβαν ολόκληρο το ποσό αναδρομικά.
Από το 2007 έως σήμερα η δικαιοσύνη τηρώντας το γράμμα του νόμου, με αποφάσεις, καλεί το Δημόσιο, να καταβάλλει, αυτούσιο το επίδομα των 176 ευρώ και μάλιστα αναδρομικά με τους νόμιμους τόκους, από το 2002, σε εκπαιδευτικούς που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη.
Σε δύο περιπτώσεις το δευτεροβάθμιο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης υποχρέωσε το δημόσιο να καταβάλλει το επίδομα των 176 ευρώ σε 53 και 48 εκπαιδευτικούς. Eπίσης, πριν τις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές καταβλήθηκαν αναδρομικά περίπου 8.500 ευρώ στον καθένα σε 17 εκπαιδευτικούς του 4Ο Δημ. σχολείου Πολίχνης που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη. Για το ζήτημα υπάρχει και θετική απόφαση του ειρηνοδικείου Αμαλιάδας για 13 εκπαιδευτικούς από την Ηλεία που κατά το επίδικο διάστημα εργάζονταν με υπαλληλική σχέση ιδιωτικού δικαίου στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αν το δημόσιο έως το Φεβρουάριο του 2011 δεν κάνει έφεση οι εκπαιδευτικοί από την Ηλεία θα πληρωθούν τα ποσά που τους αναλογούν. Η απορία εδώ είναι τι θα κάνει το δημόσιο στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή μάλιστα που το επίδομα έχει ήδη καταβληθεί αναδρομικά και αυτούσιο σε έναν σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών.
Επίσης, ένα άλλο ζήτημα είναι, γιατί η απόφαση να μην αφορά το σύνολο των εκπαιδευτικών, άσχετα αν έχουν προσφύγει ή όχι στη δικαιοσύνη ή ήταν μόνιμοι ή έκτακτο προσωπικό με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης;
Με αφορμή τα παραπάνω και γενικότερα την αντιφατικότητα και τις παλινωδίες της διοίκησης εύλογα προκύπτει το ερώτημα για τις διαστάσεις και τα όρια της διοικητικής διακριτικής ευχέρειας. Κατά πόσο έχει το πολιτικό δικαίωμα η εκάστοτε εξουσία να ερμηνεύει κατά το δοκούν και να ακολουθεί τη δική της βούληση σε ζητήματα που προηγουμένως έχουν διατυπωθεί ρητώς από τη νομολογία;
Έχει στη δημοκρατία το δικαίωμα η εκτελεστική εξουσία, στο επίπεδο πολιτικής πράξης και αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων να μετατρέπει το νόμο σε χειραγωγικό και χρησιμοθηρικό εργαλείο με παράλληλη εγκατάλειψη κάθε αρχής και προσανατολισμού ή να αποφασίζει χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αρχή του νόμου;
Μπορεί για ζητήματα που αφορούν μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων της ίδιας κατηγορίας να εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας επιλεκτικά με κριτήριο της διάκρισης αυτής τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και τους στιγμιαίους σκοπούς;
Κατά πόσο είναι δημοκρατικό η εκτελεστική εξουσία και εξωθεσμικά υπερεθνικά κέντρα να ακυρώνουν ή να επιβάλουν νόμους τους οποίους στη συνέχεια απλά επικυρώνει το ελληνικό κοινοβούλιο, όπως συμβαίνει σήμερα.
Μήπως τελικά η νομοθεσία και η πολιτική χρειάζεται να είναι δυο διαφορετικά σώματα χωρίς η νομοθετική δράση να υπάγεται στις ανάγκες και σκοπιμότητες της τρέχουσας συγκυρίας με βάση τους σκοπούς της εκάστοτε κυβέρνησης;
Με την έννοια αυτή η νομοθεσία χρειάζεται να είναι το εργαλείο για την εφαρμογή μιας πολιτικής που έχει καθοριστεί, βάσει της εγνω­σμένης αναγκαιότητας, εκ των προτέρων, από ξεχωριστά και συντονισμένα σώματα, χωρίς να είναι στη διακριτική διάθεση της εκάστοτε κυβέρνησης η εφαρμογή ή η αμφισβήτηση.